Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Επανάστασης του ’21 υποχρεώθηκε να παραδεχτεί, κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, ότι μόνο υπό την προστατευτική σκέπη των Μεγάλων Δυνάμεων μπορούσε το ελληνικό έθνος να πετύχει την ανεξαρτησία του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η εδαφική επικράτεια του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους στην αρχική του μορφή ήταν μια κουκκίδα στον παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη, που σιγά σιγά μεγάλωνε αλλά παρέμεινε πάντα μικρή.
Μεγάλοι πολιτικοί του αστικού πολιτικού κόσμου όπως ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος στήριζαν τις ελπίδες τους στις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα στη Βρετανία.
Υπήρξαν και φωτεινά διαλείμματα, όπως ήταν η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913, οπότε οι συνασπισμένες δυνάμεις της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου πέτυχαν σημαντικές νίκες κατά των Τούρκων στη Βαλκανική.
Εκείνη την περίοδο ο Βενιζέλος είχε δηλώσει ότι «η Ελλάδα δεν διαθέτει κανέναν προστάτη στον οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί. Γι’ αυτό οφείλει όχι μόνο για τη σημερινή αλλά και για τη μελλοντική της εξασφάλιση να φροντίσει η ίδια».
Αργότερα, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά τη στρατιωτική επέμβαση της Αντάντ και την ένοπλη αναμέτρηση με τους φιλοβασιλικούς, το Νοέμβριο του 1916, ο Βενιζέλος επανήλθε σε παλαιότερες θέσεις του. Τότε ο κρήτας πολιτικός, ικανοποιημένος από την υποστήριξη που είχε δεχθεί, δήλωσε ότι η Αγγλία και η Γαλλία «αποκαθιστώσαι το συνταγματικόν καθεστώς μας και την αξιοπρέπειάν μας ως ελευθέρου έθνους, έκαμαν την ευγενεστέραν χρήσιν τής από αιώνος ιδιότητός των ως εγγυητριών και προστατίδων των ελευθεριών και των υψίστων συμφερόντων της Ελλάδος».
Στα πρώτα χρόνια της ελληνικής ανεξαρτησίας άρχισε κι ένας ανταγωνισμός μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής για το ποια θα έχει τον πρώτο λόγο στην Ελλάδα.
Ο Λάιονς, ο άγγλος πρεσβευτής στην Αθήνα, εκμυστηρεύτηκε το 1841 στον αυστριακό συνάδελφό του ότι «Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη αποτελεί κάτι παρανοϊκό. Η Ελλάδα θα είναι ή ρωσική ή αγγλική. Και επειδή δεν μπορεί να είναι ρωσική πρέπει να είναι αγγλική».
Βέβαια, δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι θα μπορούσε να γίνει και αμερικανική ή και κινεζική (ποιος ξέρει;).
Υπό τη βρετανική επιρροή ήταν και ο Βενιζέλος, ο οποίος συνειδητά πίστευε ότι στο πλευρό των Αγγλων θα μπορούσε να πετύχει την ευόδωση του οράματός του, της Μεγάλης Ιδέας. Την αγγλική πολιτική ακολούθησαν πιστά και ο Γεώργιος Β’, όπως και ο στενός συνεργάτης του Ι. Μεταξάς.
Οι Βρετανοί ήταν πολύ ικανοποιημένοι από τις ελληνικές εξελίξεις και έκαναν διάφορα όνειρα για την Ελλάδα.
Προπολεμικά ο βρετανός υπουργός Αποικιών Λ. Αμερι είχε εκφράσει τη σκέψη ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να πειστεί να ενταχθεί στη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Με αυτό τον τρόπο θα αντιμετωπιζόταν καλύτερα και το κυπριακό πρόβλημα, από την άποψη των βρετανικών συμφερόντων.
Και αμέσως μετά το τέλος του πολέμου ο βρετανός απεσταλμένος στην Ελλάδα Βίκτορ Φέιδερ ενημέρωσε την κυβέρνηση των Εργατικών γράφοντας ότι «η μεγάλη επιθυμία» του ελληνικού λαού ήταν να γίνει η Ελλάδα «τμήμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας» και ότι «αν γινόταν δημοψήφισμα σχετικά με αυτό το ζήτημα, το 99,9% των ψηφοφόρων θα ψήφιζε υπέρ» της ένταξης της χώρας υπό την κυριαρχία των Βρετανών.
Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Βρετανοί ανησύχησαν ότι η Ελλάδα θα έφευγε από την επιρροή τους, αλλά τελικά επανήλθαν στο ελληνικό έδαφος με τη συγκατάθεση των μεγάλων συμμάχων τους. Στις αρχές του 1945 ο γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα παρατήρησε ότι «η κυβέρνηση Πλαστήρα δεν μπορεί να κρύψει ότι είναι υπό την κηδεμονία, από πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη», των Βρετανών.
Η βρετανική ηγεσία είχε όνειρα και διακαή επιθυμία να διατηρήσει μεταπολεμικά την Ελλάδα υπό την επιρροή της. Ομως η δύσκολη οικονομική κατάσταση της Αγγλίας υποχρέωσε την ηγεσία της χώρας να υποχωρήσει και να παραδώσει την Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες, στην αμερικανική ηγεμονία.
ΟΤσόρτσιλ είχε δώσει έναν μανιασμένο και επίμονο αγώνα για να διατηρήσει την Ελλάδα υπό βρετανική κυριαρχία και το 1947 αυτή η προσπάθεια έμοιαζε άσκοπη από πολλές πλευρές, αφού οι Αγγλοι άφηναν την Ελλάδα στην επιρροή των ΗΠΑ.
Οι Αμερικανοί ήθελαν να κάνουν την Ελλάδα ένα υποδειγματικό φυλάκιο της Δύσης στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Την αγγλική και αμερικανική επιρροή στην Ελλάδα αμφισβήτησε έντονα το ΚΚΕ, που προσδέθηκε ιδεολογικά και συναισθηματικά στη Σοβιετική Ενωση, για να βιώσει και εκείνο πικρές εμπειρίες από αυτή τη σχέση, εμπειρίες άμεσων επεμβάσεων στα εσωτερικά του.
Μετά την πτώση της δικτατορίας ένα νέο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, άρχισε να προβάλλει έντονα συνθήματα και ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας. Ομως, ως κυβέρνηση, για εθνικούς ή οικονομικούς λόγους ανανέωσε τις συμφωνίες για εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα. Σήμερα δεν αμφισβητείται ο πατριωτισμός των κομμάτων, στο σύνολό τους. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για μια χώρα προκειμένου να είναι ανεξάρτητη. Η καλή θέληση υπάρχει, αλλά λείπουν οι υλικές προϋποθέσεις που καθιστούν την κάθε χώρα και της προσφέρουν τη δυνατότητα να γίνει ή να παραμείνει ανεξάρτητη. Η κακή οικονομική πολιτική μάς οδήγησε σε νέα δεσμά, που εκφράζονται με το «μνημόνιο». Και ο δρόμος για να βγούμε από το τούνελ δεν είναι σύντομος. «Περίοδος χάριτος ώς το 2021 συζητείται με ΔΝΤ και Ε.Ε.». («Ε» 13.10.2010). Ας ελπίσουμε ότι μέχρι τότε θα έχουμε βάλει τις βάσεις για ένα νέο κράτος που δεν θα επιτρέψει την επιστροφή στο κακό παρελθόν της εξάρτησης.