Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, ζητεί από τους δανειστές ήπια συμπεριφορά απέναντι στη χώρα του – με το επιχείρημα ότι μία πολιτικά ασταθής κατάσταση στην Ελλάδα θα έθετε υπό αμφισβήτηση τις έως τώρα ολοκληρωμένες μεταρρυθμίσεις. Η αλήθεια είναι ότι και το Eurogroup και η Κομισιόν θέλουν να αποφύγουν νέα αναστάτωση και θέλουν να λάβουν τις αποφάσεις για το μέλλον της χώρας από το 2015 όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα.
Στις Βρυξέλλες λένε ότι η τρόικα θα πρέπει τον Οκτώβριο, στην Αθήνα, να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία όσο το δυνατόν πιο σύντομα και διακριτικά. Βάσει του σχεδίου, μετά από αυτό, θα πρέπει να ληφθούν το συντομότερο δυνατό οι αποφάσεις. Βεβαίως τέτοιου είδους χρονοδιαγράμματα σπανίως έχουν τηρηθεί τα τελευταία χρόνια, για αυτό διπλωμάτες της ΕΕ ανησυχούν ότι οι αποφάσεις θα μπορούσαν να φθάσουν ως τον επόμενο χρόνο. Η τρόικα θα πρέπει να διευκρινίσει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, τις οποίες δανειστές και δανειολήπτες αυτή τη στιγμή υπολογίζουν διαφορετικά, αναφέρει η FAZ και τονίζει ότι «η ελληνική κυβέρνηση, για πολιτικούς λόγους, θέλει πάση θυσία να αποφύγει ένα επόμενο χρηματοδοτικό πρόγραμμα, το οποίο θα σήμαινε και νέα μέτρα».
Αναφέρει δε ότι «προφανώς ο υπουργός Οικονομικών Γκίκας Χαρδούβελης εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα περίπου 11 δισεκατομμύρια ευρώ που είχαν ενταχθεί στο παλαιό πρόγραμμα για τη διάσωση των τραπεζών μπορούν να αλλάξουν χρήση και να αξιοποιηθούν για την εξυγίανση του προϋπολογισμού» και τονίζει ότι στις Βρυξέλλες αυτό δεν θεωρείται ρεαλιστικό, «όχι μόνο γιατί η αναδιανομή των κονδυλίων θα έθετε νομικά προβλήματα, αλλά και επειδή θεωρείται πολύ πιθανό ότι τα χρήματα αυτά τελικά θα χρειαστούν για τον σκοπό για τον οποίο είχαν προβλεφθεί, καθώς τα επικείμενα stress test από την ΕΚΤ στις ελληνικές τράπεζες ενδέχεται να αποκαλύψουν νέες κεφαλαιακές ανάγκες».
«Είδαμε στην Πορτογαλία, κατά την διάσωση της Espirito Santo, ότι αυτά τα χρήματα εξακολουθούν να χρειάζονται», δηλώνει διπλωμάτης της ΕΕ στην FAZ.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, «η ελληνική κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι κατάφερε να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα όχι μόνο το 2013 αλλά και στο πρώτο εξάμηνο του 2014».
Επισημαίνεται ωστόσο ότι οι αποφάσεις που ελήφθησαν τον Νοέμβριο του 2012 βασίζονται στην υπόθεση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της χώρας θα ισοδυναμεί κάθε χρόνο με το 4,5% του εθνικού ΑΕΠ – και τα στοιχεία που έχουμε σήμερα κάνουν λόγο για λιγότερο από 2%.
«Επιπλέον, στην Αθήνα φαίνεται να ξεχνούν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα αποτελεί μόνο μία από τις δύο προϋποθέσεις για περαιτέρω διευκολύνσεις και ότι η ελληνική μεταρρυθμιστική ατζέντα παραμένει εκτενής και μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος», αναφέρει ο συντάκτης.
Σε ό,τι αφορά πιθανές «διευκολύνσεις» για το ελληνικό χρέος, στο δημοσίευμα γίνεται λόγος για μείωση των επιτοκίων, κάτι που, όπως διευκρινίζεται, έχει ήδη δοκιμαστεί (και προφανώς θα αξιοποιηθεί και στη συνέχεια) χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά και για «επιμήκυνση» του χρέους, επιλογή η οποία, όπως τονίζεται, δεν αποτελεί οριστική λύση, καθώς ήδη σήμερα ο χρόνος αποπληρωμής έχει επεκταθεί στα 32 έτη, ενώ μία περαιτέρω επιμήκυνση δεν θα προσέφερε παρά μία μικρή «δημοσιονομική ανάσα» που αποτιμάται σε μονοψήφιο αριθμό δισεκατομμυρίων. Μία πιθανή λύση θα ήταν η παροχή νέων δανείων από κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά ο συντάκτης σημειώνει ότι «κανένας εν δυνάμει χρηματοδότης δεν θα ήταν διατεθειμένος για κάτι τέτοιο, και πάντως όχι η Γερμανία». Για αυτούς τους λόγους καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι ευρωπαίοι πιστωτές θα συνεχίσουν να αναβάλλουν διαρκώς το πρόβλημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους». Παραπέμπει μάλιστα σε παλαιότερη δήλωση του επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, ότι, επειδή η διάρκεια των δανείων του EFSF έχει επιμηκυνθεί σημαντικά, για τους Ευρωπαίους δανειστές το ύψος του ελληνικού χρέους δεν είναι σημαντικό και η βιωσιμότητα του χρέους θα αποτελέσει κριτήριο μόνο όταν η χώρα θα πρέπει να αποπληρώσει αυτά τα χρέη.
«Και ως τότε θα κυλήσει στη χώρα πολύς χρόνος – και σχεδόν κανένας από τους σημερινούς εν ενεργεία πολιτικούς δεν θα είναι στην εξουσία» καταλήγει το δημοσίευμα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πολίτης» στις 17 Αυγούστου 2014