Ενδεχομένως μεγαλύτερες οι ανάγκες των κυπριακών τραπεζών

Η συζήτηση για την έξοδο της Κύπρου από το ευρώ δεν έχει κανένα νόημα, υποστηρίζει στην «Κ» ο Δημήτρης Κατσίκας, Υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου για την Κρίση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής. Αναλύει με τη ψυχρή λογική γιατί το οικονομικό μοντέλο της Κύπρου ήταν πράγματι μη βιώσιμο και προειδοποιεί για το ενδεχόμενο μεγαλύτερης χρηματοδότησης για την χώρα και μεγαλύτερων κεφαλαιακών αναγκών για τις τράπεζες, καθώς στη συμφωνία με την Τρόικα δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία από τη συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα.

Ο Δημήτρης Κατσίκας, Υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου για την Κρίση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής.

Ο Δημήτρης Κατσίκας, Υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου για την Κρίση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής.

 

Συνέντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ ΣΕΪΤΑΝΙΔΗ

Ποια είναι η πρώτη ανάγνωση της συμφωνίας που πέτυχε η Κύπρος με την Τρόικα;
Τα ξημερώματα της Δευτέρας 25 Μαρτίου, γίναμε όλοι μάρτυρες της τελευταίας, σε μια σειρά συμφωνιών «διάσωσης» ευρωπαϊκών χωρών, στο πλαίσιο της κρίσης χρέους που ταλανίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) εδώ και τρία χρόνια.

Παρά το γεγονός ότι η Κύπρος αποτελεί ένα πολύ μικρό κομμάτι του ΑΕΠ της Ευρωζώνης (μόλις 0,2%), οι αποφάσεις για την Κύπρο έχουν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης από τις ευρωπαϊκές αρχές και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), καθώς δημιουργούν ένα προηγούμενο το οποίο επηρεάζει τις προσδοκίες των αγορών και των πολιτών για την μελλοντική διαχείριση της κρίσης. Αυτό αποδείχθηκε εξάλλου και από τον αντίκτυπο της απρόσμενης πρώτης απόφασης του Eurogroup στις 15 Μαρτίου, για το κούρεμα των καταθέσεων κάτω των €100.000, η οποία κλόνισε την εμπιστοσύνη στο μοναδικό πυλώνα της οικονομίας που είχε παραμείνει στο απυρόβλητο κατά την διάρκεια της κρίσης.

Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί αναλυτές και πολιτικοί, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, υποδέχθηκαν τη συμφωνία της 25ης Μαρτίου με ανακούφιση, χαρακτηρίζοντας την ως μια καλή λύση που διορθώνει τα  λάθη της προηγούμενης συμφωνίας. Πράγματι, η συμφωνία είχε πολλά σημαντικά σημεία και απέτρεψε την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και μαζί της κυπριακής οικονομίας. Ωστόσο, νομίζω ότι αν μείνουμε μόνο σε αυτή την διαπίστωση η ανάγνωση μας θα είναι ελλιπής, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη την δυναμική των επιπτώσεων της απόφασης αυτής ιδιαίτερα στην πραγματική οικονομία.

Τα αποτελέσματα της ενδεχομένως να μην είναι όσο θετικά όσο ελπίζουν οι εμπνευστές της. Βέβαια, οποιαδήποτε απόφαση και να είχε παρθεί θα είχε ένα σημαντικό κόστος για την Κύπρο  -δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Το πρόβλημα έγκειται περισσότερο στο ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης, αποτέλεσμα του οποίου είναι και αυτή η απόφαση.

Το πρόγραμμα στηρίχτηκε στη διαπίστωση ότι το οικονομικό μοντέλο της Κύπρου δεν είναι βιώσιμο. Έχει βάση αυτή η διαπίστωση;
Είναι σωστή η διαπίστωση ότι η Κύπρος είχε υιοθετήσει ένα μοντέλο ανάπτυξης το οποίο δεν ήταν μακροπρόθεσμα βιώσιμο και το οποίο βασίστηκε στην παροχή ευνοϊκών φορολογικών κινήτρων και χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων σε διεθνείς  επενδυτές. Είναι επίσης σωστή η παρατήρηση και «κατηγορία» που απευθύνουν οι ευρωπαίοι εταίροι, πως ο χρηματοπιστωτικός τομέας ήταν δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με την Κυπριακή οικονομία (περίπου 800% του ΑΕΠ), γεγονός το οποίο συντέλεσε στη δημιουργία μιας οικονομικής φούσκας στο νησί (είναι χαρακτηριστικό ότι το χρέος του ιδιωτικού τομέα στην Κύπρο έφτασε το 287,5% του ΑΕΠ το 2011, πολύ μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που είναι 163,8% του ΑΕΠ και υπερδιπλάσιο από αυτό της Ελλάδας που είναι μόλις 125% του ΑΕΠ).

Γενικότερα, το γεγονός ότι η οικονομία της Κύπρου βασιζόταν ουσιαστικά σε δύο τομείς, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τουρισμό δεν ήταν μια ορθολογική επιλογή. Αυτό ισχύει ιδίως για τον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ο οποίος είναι πολύ ευμετάβλητος και καθιστά τις χώρες οι οποίες βασίζονται σε αυτόν για την οικονομική τους ανάπτυξη, ιδιαίτερα ευάλωτες στις αναταράξεις της διεθνούς οικονομίας. Σε αντίθεση με τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) οι οποίες διευρύνουν και αναβαθμίζουν την παραγωγική δυνατότητα μιας χώρας και οι οποίες όταν έχουν γίνει, οι επιχειρήσεις που τις έκαναν δεν είναι εύκολο να εγκαταλείψουν μια χώρα, οι ροές επενδύσεων χαρτοφυλακίου στις οποίες βασίστηκε περισσότερο η Κύπρος, είναι εύκολα αναστρέψιμες. Ταυτόχρονα, τα κεφάλαια αυτά συχνά αντιδρούν υπερβολικά σε αρνητικές εξελίξεις δημιουργώντας μια μαζική φυγή κεφαλαίων, η οποία έχει καταστροφικά αποτελέσματα για την τοπική οικονομία.

Η κυπριακή κοινωνία διατρέχεται από ένα αίσθημα αδικίας. Αυτό το αίσθημα πόσο κακό μπορεί να κάνει στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων;
Προκειμένου να αποτιμήσουμε μια τέτοιου είδους απόφαση είναι ανάγκη να την αξιολογήσουμε χρησιμοποιώντας δύο κριτήρια: α) την αποτελεσματικότητα των συμφωνηθέντων μέτρων για την επίτευξη των στόχων της διάσωσης και β) τον «δίκαιο χαρακτήρα» των μέτρων αυτών.

Το δεύτερο κριτήριο είναι εξίσου σημαντικό με το πρώτο, καθώς  είναι απαραίτητο για τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα των μέτρων και την βιωσιμότητα του προγράμματος στήριξης της κυπριακής οικονομίας, καθώς η ικανοποίηση του αισθήματος δικαίου των πολιτών είναι απαραίτητη  προϋπόθεση για την πολιτική ομαλότητα και την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής σε μια ούτως ή άλλως δοκιμαζόμενη χώρα. Οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες τροφοδοτούνται από την επικράτηση μιας  αίσθησης άδικης μεταχείρισης, ή ακόμη και ταπείνωσης μιας κοινωνίας, υπονομεύουν την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την αναμόρφωση της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος με αποτέλεσμα τον  εκτροχιασμό του όποιου προγράμματος, κάτι που έχουμε δει να συμβαίνει κατ’ επανάληψη ήδη σε πολλές χώρες, και  φυσικά και στην Ελλάδα.

Η αίσθηση αδικίας έχει τροφοδοτήσει μια συζήτηση για αναζήτηση εναλλακτικών εκτός της Τρόικα και ίσως μια επιστροφή στη Λίρα. Είναι μια ρεαλιστική επιλογή;
Κοιτάξτε, μια παρόμοια συζήτηση υπήρχε και στην Ελλάδα ιδιαίτερα τα προηγούμενα χρόνια –και συνεχίζεται ακόμα από κάποιους. Δεν θεωρώ πως η απόφαση για το εάν η Κύπρος θέλει να είναι ή όχι μέλος της Ευρωζώνης είναι κάτι που πρέπει να συζητείτε αυτή τη στιγμή σαν εναλλακτική λύση στην κρίση. Η έξοδος από το ευρώ δεν πρόκειται να λύσει τα οικονομικά προβλήματα της Κύπρου όπως το δημοσιονομικό έλλειμμα, το υψηλό πλέον χρέος, το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, ή την προβληματική κατάσταση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών της.

Τα προβλήματα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν είτε κάποιος βρίσκεται μέσα στην Ευρωζώνη είτε όχι. Η διαφορά εκτός Ευρωζώνης είναι ότι η Κύπρος δεν θα έχει πρόσβαση στην χρηματοδότηση που συμφωνήθηκε -και η εξασφάλιση εναλλακτικής χρηματοδότησης δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όσο κάποιοι νόμιζαν, όπως αποδείχθηκε περίτρανα και από την στάση της Ρωσίας- και θα έχει σαφώς πιο μειωμένη αξιοπιστία εκτός ευρωζώνης, όπου θα είναι μια μικρή, απομονωμένη χώρα σε κρίση.

Η έξοδος δεν θα εμποδίσει τα κεφάλαια να φύγουν, καθώς όλοι πλέον γνωρίζουν την εξαιρετικά δυσχερή θέση των κυπριακών τραπεζών, ενώ η προοπτική η Κύπρος να αρχίσει να τυπώνει μαζικά χρήμα για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της, το πιο πιθανό είναι ότι θα πυροδοτήσει πληθωρισμό δυσχεραίνοντας περισσότερο την τοπική οικονομία και αποτρέποντας ξένους επενδυτές να διατηρήσουν καταθέσεις στις Κύπρο, ιδιαίτερα σε τοπικό νόμισμα.

Κάποιοι άνθρωποι θυμούνται τις «καλές εποχές» με την λίρα, όπως και στην Ελλάδα με την δραχμή, το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ούτε η λίρα, ούτε η δραχμή του 2013 θα είχαν οποιαδήποτε σχέση με τα νομίσματα της δεκαετίας του 1990, καθώς κυριολεκτικά όλες οι συνθήκες τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό είναι δραματικά διαφορετικές και πολύ χειρότερες. Δεν νομίζω τέλος ότι είναι ανάγκη να πούμε πολλά για τους γεωπολιτικούς λόγους για τους οποίους μια τέτοια απόφαση θα δημιουργούσε προβλήματα στην Κύπρο.

Πολλοί αναλυτές στην Ευρώπη εκτιμούν ότι η λύση που δόθηκε στην Κύπρο μπορεί να είναι σκληρή, αλλά είναι και η πιο δίκαιη, με τους φορολογούμενους να μην επωμίζονται τα βάρη των τραπεζών. Θα επωμιστούν, όμως, το βάρος της ύφεσης. Δεν υπάρχει αντίφαση;
Πράγματι υπάρχει μια αντίφαση στο σημείο αυτό. Όσον αφορά το κομμάτι της δικαιοσύνης, πράγματι όπως πολύ αναλυτές επισημαίνουν, η απόφαση του Eurogroup,  είναι ενδεχομένως η πιο δίκαιη απόφαση που έχει ληφθεί έως τώρα στο πλαίσιο αντιμετώπισης της κρίσης, υπό την  έννοια ότι επιβάλλει ζημίες σε αυτούς που φέρουν μέρος της ευθύνης για την λειτουργία του τραπεζικού συστήματος έως τώρα, ή οι οποίοι κέρδισαν από τη λειτουργία του. Έτσι σε αντίθεση με ότι συνέβη στην Ιρλανδία και την Ισπανία, το βάρος των τραπεζικών ζημιών δεν μετακυλίεται στις πλάτες των φορολογουμένων, ούτε καν όλου του τραπεζικού κλάδου.

Σύμφωνα με την συμφωνία, το κόστος επωμίζονται οι μέτοχοι, πιστωτές και καταθέτες (πέραν του ορίου εγγυημένων καταθέσεων) των τραπεζών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Δεν θίγονται ούτε οι καταθέσεις των άλλων τραπεζών, ούτε οι φορολογούμενοι. Συνεπώς το αίσθημα περί δικαίου θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ευρώπη.

Το πρόβλημα είναι, ότι αν και η προσέγγιση αυτή είναι θεωρητικά σωστή, ωστόσο δεν λαμβάνει υπόψη της τις συνέπειες της συμφωνίας στην οικονομία της Κύπρου, οι οποίες στην πράξη ενδεχομένως ακυρώνουν τις όποιες θεωρητικά καλές προθέσεις. Κατά συνέπεια, αν η τόσο απότομη συρρίκνωση του κυπριακού τραπεζικού τομέα οδηγήσει σε δραματική μείωση του ΑΕΠ και σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και λιτότητας, οι αρνητικές συνέπειες αυτών των εξελίξεων δεν θα κατανεμηθούν σε συγκεκριμένες ομάδες τις κυπριακής κοινωνίας, αλλά θα πλήξουν όλη την κοινωνία και μάλιστα, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, με πιο έντονο τρόπο τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας εξέλιξης, οι διαπιστώσεις περί ηθικής αντιμετώπισης της Κύπρου θα κινδυνεύουν να μετατραπούν σε κενό γράμμα.
Δεν υπάρχει ο κίνδυνος η ένταση της ύφεσης -που δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω των σημαντικών επιπτώσεων που έχει στην πραγματική οικονομία η συρρίκνωση των τραπεζών- να οδηγήσει σε δημοσιονομική εκτροπή και άρα σε νέα μέτρα;
Καταρχήν, το σημαντικό κούρεμα των καταθέσεων των δύο τραπεζών είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε μια μαζική φυγή κεφαλαίων από την Κύπρο. Η επιβολή ελέγχων στις κινήσεις κεφαλαίων στο πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον.

Παρά το –ενθαρρυντικό – γεγονός της ψύχραιμης αντιμετώπισης της κατάστασης από την πλευρά των κυπριών πολιτών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι, ειδικά οι ξένοι καταθέτες και επενδυτές στο νησί θα αποσύρουν σε σημαντικό βαθμό τα κεφάλαιά τους, μόλις τους δοθεί η δυνατότητα. Αυτό σημαίνει ότι καταρχήν οι εκτιμήσεις για τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών δεν μπορούν να γίνουν ακόμη με ακρίβεια και ενδεχομένως να είναι αρκετά μεγαλύτερες από αυτές που έχουν εκτιμηθεί έως τώρα.

Μια τέτοια εξέλιξη με την σειρά της σημαίνει ότι η Κύπρος ενδεχομένως να χρειαστεί νέα δανειοδότηση, η οποία όμως θα αυξήσει περαιτέρω το δημόσιο χρέος της και θα υπονομεύσει την βιωσιμότητα του. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η ίδια μέθοδος κουρέματος καταθέσεων και για δεύτερη φορά (και ενδεχομένως και για άλλες τράπεζες), προοπτική που θα πρέπει να θεωρείται καταστροφική αφού θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση της εμπιστοσύνης στον χρηματοπιστωτικό τομέα του νησιού.

Στην πραγματική οικονομία ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις;
Δεν φαίνεται να έχει συμπεριληφθεί στους έως τώρα υπολογισμούς η τεράστια επίπτωση που θα έχουν οι πρόσφατες αποφάσεις στην πραγματική οικονομία της Κύπρου.

Η γρήγορη συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα που αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% του ΑΕΠ της Κύπρου, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις στην παροχή πίστωσης στην κυπριακή οικονομία, λόγω των αναδιάρθρωσης των τραπεζών, αναμένεται να οδηγήσει σε βαθιά ύφεση. Είναι βέβαιο ότι οι αποφάσεις του Eurogroup θα οδηγήσουν σε σημαντική αναθεώρηση  των προβλέψεων για την πορεία της κυπριακής οικονομίας επί τα χείρω (οι τρέχουσες προβλέψεις κάνουν λόγο για ύφεση της τάξης του 3,5% το 2013).

Η προοπτική αυτή σημαίνει ότι θα πρέπει να αναθεωρηθεί σημαντικά και η προκαταρκτική συμφωνία για το πρόγραμμα στήριξης που συμφωνήθηκε τον προηγούμενο Νοέμβριο (το Μνημόνιο), το οποίο με την σειρά του σημαίνει, ότι είτε η Κύπρος θα χρειαστεί μεγαλύτερη χρηματοδότηση (επιβαρύνοντας και πάλι την βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους), είτε θα αναγκαστεί να πάρει ακόμη σκληρότερα μέτρα λιτότητας για να περιορίσει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, μια μέθοδος όμως, η οποία όπως έχουμε δει και στην περίπτωση της Ελλάδας, ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης, λιτότητας και επιδείνωσης των δημοσιονομικών της χώρας.

Τελικά δεν πρόκειται για μια ορθολογική λύση;
Αποτιμώντας τη συμφωνία της Κύπρου μπορούμε να πούμε ότι για μια ακόμη φορά η λύση που δόθηκε, αν και πιο ορθολογική και δίκαιη από τις προηγούμενες, υιοθετεί εν γένει το ίδιο μοντέλο διαχείρισης της κρίσης με το οποίο έχουμε πορευτεί μέχρι τώρα και το οποίο όχι μόνο δεν έχει δώσει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αλλά έχει οδηγήσει σε μια κρίση της «ευρωπαϊκής ταυτότητας», ειδικά στις χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα.

Οι λόγοι για αυτή την επιμονή της Ευρώπης σε προγράμματα που θέτουν ως προτεραιότητα την λιτότητα και εμπεριέχουν, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, ένα τιμωρητικό στοιχείο, ως «ποινή» για την διάπραξη λαθών, υπερβολών και υπερβάσεων στο παρελθόν, έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό, τόσο με τις πολιτικές εξελίξεις και συσχετισμούς στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών πιστωτριών χωρών και κυρίως της Γερμανίας, όσο και με τους συσχετισμούς ισχύος που έχουν διαμορφωθεί στην διάρκεια της κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και έχουν αναδείξει την Γερμανία ως αδιαμφισβήτητο οικονομικό ηγεμόνα της ΕΕ.

Όπως είπαμε, η Κύπρος πράγματι έκανε λάθη στο παρελθόν και όπως φαίνεται και από τις τελευταίες εξελίξεις της επικαιρότητας, ενδεχομένως σε κάποιο βαθμό τα λάθη αυτά εξυπηρετούσαν και συγκεκριμένες προνομιούχες ομάδες. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως η σωστή προσέγγιση είναι η «τιμωρία» της Κύπρου, την ίδια στιγμή μάλιστα που επιχειρείται η διάσωση της, καθώς είναι προφανές ότι η πρώτη, υπονομεύει την επίτευξη της δεύτερης. Δυστυχώς μια άλλου τύπου προσέγγιση, όχι μόνο στο πρόβλημα της Κύπρου αλλά και γενικότερα στην διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης, δεν είναι ορατή αυτήν τη στιγμή.

Σήμερα, δεν φαίνεται να υπάρχουν οι πολιτικοί συσχετισμοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα επέτρεπαν μια προσέγγιση βασισμένη κατά κύριο λόγο στην αλληλεγγύη, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την (αναγκαία) δημοσιονομική προσαρμογή, προωθώντας παράλληλα τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την αποφυγή των λαθών του παρελθόντος, χωρίς όμως αυτή να γίνεται με τρόπο που να αποβαίνει σε βάρος της προσπάθειας διάσωσης της χώρας. Απομένει να δούμε αν η πλήρης εξέλιξη των επιπτώσεων της κυπριακής κρίσης στην ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση θα αποτελέσει έναυσμα για μια διαφορετική προσέγγιση.

 

Παρατηρητήριο για την Κρίση
Το Παρατηρητήριο για την Κρίση, μια νέα πρωτοβουλία του ΕΛΙΑΜΕΠ, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.  Στόχος του Παρατηρητηρίου είναι να καταστεί κεντρικός κόμβος ενημέρωσης, έρευνας και διαλόγου για την ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή κρίση. Η διεύθυνση της ιστοσελίδας του είναι www.crisisobs.gr.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» έκδοση Κύπρου, στις 7 Απριλίου 2013

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s