H κυπριακή οικονομία στην εποχή του Μνημονίου

Η κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers το 2008 και η χρηματοοικονομική κρίση που ακολούθησε, προκάλεσαν ισχυρούς κλυδωνισμούς σε όλες τις οικονομίες παγκόσμια. Παρά το δύσκολο διεθνές περιβάλλον, η Κύπρος κατάφερε ν’ αντεπεξέλθει σχετικά ικανοποιητικά στις αρχικές προκλήσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Ανάλυση της Ελληνικής Τράπεζας με τίτλο «Κυπριακή οικονομία: Προκλήσεις μαθήματα και προοπτικές - Mετά τον Μάρτιο του 2013

Ανάλυση της Ελληνικής Τράπεζας με τίτλο «Κυπριακή οικονομία: Προκλήσεις μαθήματα και προοπτικές – Mετά τον Μάρτιο του 2013

Όταν, όμως, το 2010 η Ελλάδα άρχισε να εφαρμόζει το Μνημόνιο Συναντίληψης που συμφωνήθηκε με την Τρόικα και η ελληνική οικονομία εισήλθε σε βαθιά ύφεση, η μεγάλη έκθεση των κυπριακών τραπεζών σε ελληνικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος έγινε σοβαρό ζήτημα. Η έκθεση αυτή, μαζί με τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και τις αδυναμίες του τραπεζικού τομέα στην ίδια την Κύπρο, έφεραν στο προσκήνιο τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η χώρα και οι οικονομικές συνθήκες χειροτέρευσαν.

Η Κύπρος έχασε την πρόσβαση στις αγορές από το Μάιο του 2011 και χρειάστηκαν σχεδόν δυο επιπρόσθετα χρόνια για την οριστικοποίηση και τελική έγκριση του Μνημονίου Συναντίληψης με την Τρόικα. Μία πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της οικονομικής κρίσης που περνά η Κύπρος είναι ότι τα προβλήματα αφέθηκαν να μεγαλώνουν για μεγάλη χρονική περίοδο χωρίς να γίνουν οι κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις.

Ουσιαστικά, κάποιο πρόβλημα, το οποίο θα ήταν πιθανότατα διαχειρίσιμο αν λαμβάνονταν έγκαιρα αποφάσεις και πρωτοβουλίες για διαχείρισή του, δεν αντιμετωπίστηκε με το σωστό τρόπο λόγω αδράνειας από τις κυβερνητικές και νομισματικές Αρχές, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις επιχειρήσεις (μεγάλες και μικρές) και τα νοικοκυριά.

Κατά την περίοδο μέχρι την οριστικοποίηση του Μνημονίου τον Μάρτιο του 2013, διάφοροι φορείς και οργανωμένα σύνολα είχαν πρωταρχικό στόχο την προάσπιση των συμφερόντων τους, αποφεύγοντας οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές, ενώ προσπάθησαν να απεκδυθούν οποιεσδήποτε ευθύνες.

Το γενικό κλίμα ήταν αυτό της αναβλητικότητας και της καθυστέρησης στη λήψη ουσιαστικών μέτρων, γεγονός που μεγέθυνε περαιτέρω τα προβλήματα.

Οικονομική ανάπτυξη
Το 2013 αναμενόταν να ήταν δύσκολη χρονιά ακόμη και πριν τις αποφάσεις του Eurogroup κατά τον Μάρτιο. Η οικονομία αναμενόταν να συρρικνωθεί κατά 3%, μετά τη συρρίκνωση της τάξης του 2,4% το 2012. Μετά τα γεγονότα του Μαρτίου, το προσωρινό κλείσιμο του τραπεζικού συστήματος, το «κούρεμα» των ανασφάλιστων καταθέσεων των δύο μεγαλύτερων τραπεζών και τη διάλυση της Λαϊκής Τράπεζας – καθώς και τα συνεχιζόμενα περιοριστικά μέτρα στις τραπεζικές συναλλαγές – η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε σε σημαντικά χειρότερο σημείο σε σχέση με τις προβλέψεις γύρω στις αρχές του έτους.

Ο υψηλός βαθμός αβεβαιότητας εξαιτίας των πρωτοφανών συνθηκών που επικρατούν, η συρρίκνωση της οικονομίας κατά 9% – 10% αντιπροσωπεύει μια λογική εκτίμηση του μεγέθους της ζημιάς της οικονομίας κατά το έτος. Χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ότι οι προβλέψεις στο παρόν περιβάλλον εμπερικλείουν σημαντικό κίνδυνο να διαψευσθούν και ίσως ένα περιθώριο συρρίκνωσης από 8% μέχρι 13% είναι περισσότερο ενδεικτικό με βάση τα πιθανά οικονομικά σενάρια.

Πληθωρισμός – ανεργία
Σε σχέση με τον πληθωρισμό και δεδομένης της συρρίκνωσης της οικονομίας και τις καθοδικές πιέσεις που θα δεχθούν η εγχώρια ζήτηση και ιδιαίτερα η ζήτηση για εγχώριες υπηρεσίες, η γενική αύξηση του επιπέδου τιμών αναμένεται να μετριαστεί γύρω στο 1%.

Από την άλλη, η ανεργία αναμένεται ν’ αυξηθεί περίπου στο 18% προτού σταθεροποιηθεί και αρχίσει να υποχωρεί, δεδομένου ότι πρώτιστα η οικονομία θα σταθεροποιηθεί και θ’ αρχίσει να αναπτύσσεται και πάλι μετά από το 2014. Δυστυχώς, η ανεργία θ’ αποτελεί ένα ακανθώδες πρόβλημα τόσο για την κοινωνία όσο και για την οικονομική πολιτική του κράτους, αφού οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες θα σημαίνουν μείωση των υφιστάμενων θέσεων εργασίας και πολύ μειωμένο αριθμό νέων θέσεων εργασίας.

Η υψηλή ανεργία αναμένεται να πιέσει τους μισθούς προς τα κάτω, γεγονός που μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

Τομείς – κλάδοι
Σε σχέση με τους διάφορους τομείς της οικονομίας, οι περισσότεροι τομείς που βασίζονται στην εγχώρια ζήτηση θα αντιμετωπίσουν ουσιαστικές δυσκολίες με την εγχώρια κατανάλωση, τις επενδύσεις πάγιου ενεργητικού και τις δημόσιες δαπάνες να συρρικνώνονται ταυτόχρονα. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές βρίσκονται την ατυχή θέση στην οποία βρέθηκε η Κύπρος είναι οι κακές εκτιμήσεις σε σχέση με τις εξελίξεις της κρίσης της Ευρωζώνης ευρύτερα και συγκεκριμένα η υπερεκτίμηση του επιπέδου στήριξης που θα παρεχόταν στην Κύπρο.

Ένα παράδειγμα τέτοιων λανθασμένων εκτιμήσεων ήταν η ελπίδα απευθείας ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM), κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που η απευθείας ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών ήταν ένα θέμα που τελούσε υπό διαπραγμάτευση και αντιμετώπιζε ουσιαστικά εμπόδια και αντιρρήσεις από τη Γερμανία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού βορρά.

Ένα άλλο θέμα που θα έχει ουσιαστικές επιπτώσεις στο μέλλον είανι αυτό της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης, η οποία θα καθορίσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως τον ενιαίο επόπτη των περισσοτέρων τραπεζών που δραστηριοποιούνται στην Ευρωζώνη και θα ορίσει το μηχανισμό εκκαθάρισης των τραπεζών. Σε σχέση με το τελευταίο σημείο, είναι σημαντικό να καθοριστεί ο τρόπος χρηματοδότησης της διαδικασίας εκκαθάρισης.

Η πρόσφατη συμφωνία της Συνόδου Κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης – 28ης Ιουνίου 2013 θέτει τις αρχές για τη σειρά με την οποία θα υποστούν ζημιές οι μέτοχοι και διάφοροι πιστωτές μιας τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών άνω των 100.000 ευρώ, όπως έγινε στην περίπτωση της Κύπρου. Τέλος, παρά το γεγονός ότι κάθε χώρα αποτελεί μοναδική περίπτωση με τις δικές της ιδιαιτερότητες, η εμπειρία άλλων χωρών της Ευρωζώνης που ακολουθούν πρόγραμμα αναπροσαρμογής μπορεί να διδάξει χρήσιμα μαθήματα για την κατανόηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει και η Κύπρος. Αντιμέτωποι με μειώσεις στον κύκλο εργασιών και στα εισοδήματά τους, με αντίξοες χρηματοοικονομικές συνθήκες και με υψηλότερη φορολογία.

Ένας θετικός αντίχτυπος της χαμηλής εγχώριας ζήτησης είναι η ουσιαστική μείωση των εισαγωγών, η οποία θα μετριάσει το βαθμό συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς οι εισαγωγές επηρεάζουν αρνητικά το ΑΕΠ.

Από την άλλη, οι εξαγωγές μπορεί να επωφεληθούν από βελτιώσεις στην ανταγωνιστικότητα και από τη συνέχιση του θετικού ρυθμού ανάκαμψης που σημειώνεται στη διεθνή οικονομία. Έτσι, οι προοπτικές των επιχειρήσεων και των τομέων που εξυπηρετούν κυρίως πελάτες του εξωτερικού, παρουσιάζονται σχετικά καλύτερες από εκείνες των επιχειρήσεων που απευθύνονται κυρίως σε εγχώριους πελάτες.

Η πιθανή εξαίρεση είναι ο τομέας των επαγγελματικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που απευθύνονται σε διεθνείς επιχειρήσεις και πρόσωπα, ο οποίος δέχθηκε σοβαρό πλήγμα λόγω της αναδιάρθρωσης του χρηματοοικονομικού τομέα και της επιβολής περιορισμών στις τραπεζικές συναλλαγές.

Αβεβαιότητες και ερωτηματικά
Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τόσο σε σχέση με την αναδιάρθρωση του χρηματοοικονομικού τομέα, όσο και σε σχέση με βήματα για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, έχει απομείνει ένας αριθμός από αβεβαιότητες και ερωτηματικά.

Πρώτον, παρά το ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι λαμβάνουν υπόψη την αναμενόμενη
συρρίκνωση της οικονομίας, οι στόχοι θα επιτευχθούν με επιτυχία – ιδιαίτερα αυτοί που αφορούν τα έσοδα – ή μήπως το πρόγραμμα θα βρεθεί μεσοπρόθεσμα εκτός των στόχων; Το ιδανικό αποτέλεσμα θα ήταν όχι μόνο η επίτευξη των στόχων αλλά και η υπερκάλυψή τους, καθώς κάτι τέτοιο θα επιτάχυνε την επιστροφή της εμπιστοσύνης.

Δεύτερον, υπάρχει το θέμα της άρσης των περιορισμών στις τραπεζικές συναλλαγές. Όσο πιο σύντομα αρθούν οι συγκεκριμένοι περιορισμοί, τόσο μικρότερη θα είναι η ζημιά στην οικονομία. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο πότε θα γίνει εφικτή η άρση των
συγκεκριμένων περιορισμών.

Τρίτον, υπάρχει ο κίνδυνος η οικονομία να βρεθεί παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο απομόχλευσης, συρρίκνωσης της οικονομίας, αύξησης των μη εξυπηρετούμενων
δανείων και πτώσης στις αξίες ακινήτων και άλλων εξασφαλίσεων.

Τέτοιες εξελίξεις θα συνέχιζαν την υπονόμευση του τραπεζικού τομέα και θα τον εμπόδιζαν από την εκπλήρωση του παραδοσιακού του ρόλου, αυτού της χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης. Με στόχο τη διακοπή του φαύλου αυτού κύκλου, χρειάζεται να ικανοποιηθούν άμεσα οι ανάγκες κεφαλαίων και ρευστότητας του τοπικού τραπεζικού συστήματος.

Τέλος, οι εξελίξεις σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, θα καθορίσουν τη βιωσιμότητα του κυβερνητικού χρέους. Με
το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να σκαρφαλώνει πλέον γύρω στο 130% μέχρι το 2015, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τρόικας, δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο λάθους.

Πηγή: Ελληνική Τράπεζα, Υπηρεσία Οικονομικών Μελετών, Β΄Τρίμηνο 2013.

Κατεβάστε από εδώ την Οικονομική Επισκόπηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s