Η οικονομία κύκλους κάνει

Του Πασχου Mανδραβελη

Στη μεταπολίτευση το ελληνικό κράτος παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη κυκλικότητα σπατάλης και συμμαζέματος των κρατικών δαπανών. Ετσι μετά την τεράστια αύξηση των κρατικών δαπανών την περίοδο 1980-85 είχαμε το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1985-87. Μετά το «Τσοβόλα δώστα όλα» και το όργιο σπατάλης των συμμαχικών και οικουμενικών κυβερνήσεων (1988-1990) εφαρμόστηκε το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1991-1993. Σταθεροποιητικό πρόγραμμα είχαμε και την περίοδο 1994-2000 για να ενταχθεί η Ελλάδα στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση.

Οι κρατικές σπατάλες δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Ολες οι κυβερνήσεις, όλων των χωρών του κόσμου ξοδεύουν όσο μπορούν. Η μόνη διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι στις άλλες χώρες υπάρχει πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση στην αλόγιστη επέκταση των κρατικών δαπανών. Υπάρχουν κόμματα, ΜΜΕ, οργανώσεις πολιτών, καθηγητές και διανοούμενοι που γονιμοποιούν με τις αντιρρήσεις τους τον δημόσιο διάλογο περί της σκοπιμότητας κάθε δημόσιας δαπάνης. Αυτοί φυσικά δεν έχουν πάντα δίκιο, ή έστω δεν καταφέρνουν πάντα να περάσουν τις απόψεις των. Η ύπαρξή τους, όμως, λειτουργεί ως φρένο στο πολιτικό σύστημα να επεκτείνει άκριτα τις δαπάνες.

Στην Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά συγχορδία πολιτικού συστήματος, συνδικάτων, Μέσων Ενημέρωσης και διανοουμένων, υπέρ της διαρκούς αύξησης των κρατικών δαπανών. Από τις περισπούδαστες μελέτες (βασισμένες μάλιστα σε greek statistics) για την ανάγκη παρέμβασης του κράτους σε όλους τους τομείς, μέχρι τα «πρωινάδικα» που κλαίνε για τον «μισθουλάκο» του συμβασιούχου και μέχρι τα δελτία των οκτώ που κάποτε κραύγαζαν γιατί δεν υπάρχουν εκχιονιστικά μηχανήματα στην Καλαμάτα, το «πολιτικά ορθό» όλα αυτά τα χρόνια ήταν η διαρκής αύξηση των δαπανών. Οι λίγες φωνές που ζητούσαν συγκράτηση απαξιώθηκαν νωρίς ως ανάλγητες ή, χειρότερα, ως νεοφιλελεύθερες. Η δαιμονοποίηση των φιλελεύθερων απόψεων στην Ελλάδα παρήγαγε πραγματικά -και αρνητικά- οικονομικά αποτελέσματα.

Το περίεργο είναι ότι αυτό το φρένο για την επιβράδυνση των δαπανών που δεν έβαζε η ίδια η κοινωνία, το πατούσε ξαφνικά (και βίαια) το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Κάθε φορά που οι δείκτες πλησίαζαν στα κόκκινα φτιαχνόταν ένα αβαθές μεν, αλλά σκληρό σταθεροποιητικό πρόγραμμα. (Κάθε φορά πλην του 2007, που ενώ οι δείκτες της οικονομίας ήταν στα κόκκινα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αντί να πατήσει φρένο στις δαπάνες, τις πολλαπλασίασε).

Ακόμη και ο πολύ ανοιχτοχέρης Ανδρέας Παπανδρέου δήλωνε το 1985 ότι «δαπανάμε ως κοινωνία πιο πολύ απ’ όσο παράγουμε. Η κατάσταση αυτή μπορεί να συντηρηθεί μόνο με δανεισμό από το εξωτερικό. Μακροχρόνια όμως το επίπεδο δανεισμού από το εξωτερικό δεν μπορεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα χωρίς τη σοβαρή μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και, τελικά, χωρίς την απώλεια της οικονομικής ανεξαρτησίας της» (Δήλωση Ανδρέα Παπανδρέου, 12.10.1985).

Πάγωμα μισθών

Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα σκληρό. Υποτίμηση της δραχμής κατά 15%, πάγωμα μισθών με πληθωρισμό 20% και απαγόρευση αυξήσεων στον ιδιωτικό τομέα διά νόμου! «Οι μισθοί των εργαζομένων που προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό το κόστος παραγωγής», έλεγε στη Βουλή ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Κώστας Σημίτης, «είναι χαμηλοί σε σύγκριση με τους μισθούς στις αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Ομως η παραγωγικότητα της εργασίας είναι πολύ χαμηλότερη ώστε, παρά τις χαμηλές αμοιβές, τα προϊόντα μας όταν συγκρίνονται ως προς την ποιότητα είναι ακριβότερα» (12.10.1985)

Τι μάθαμε, όμως, από την εμπειρία όλων των σταθεροποιητικών προγραμμάτων που ζήσαμε; Απολύτως τίποτε. Αυτό δεν πιστοποιείται μόνο από το γεγονός ότι κάθε λίγο και λιγάκι η ελληνική οικονομία χρειάζεται ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα. Αν διαβάσει κανείς τον απολογισμό του προγράμματος που έκανε το 1989 ο κ. Σημίτης θα διαπιστώσει ότι σήμερα ζούμε μια κατάσταση deja vu. Δεν μιλάμε μόνο για την παλαβή αριστερά που σε στιγμές δυσκολίας αλλά και σε περιόδους ευημερίας παίζει την ίδια κασέτα: «ο κόσμος υποφέρει και πεινά». Ολόκληρο το σύστημα ΜΜΕ, πολιτικών, καθηγητών κ. λπ. κάνει διαρκώς πανομοιότυπες προφητείες.

Το 1989 ο κ. Σημίτης εξέδωσε ένα βιβλίο, ως αποτίμηση του σταθεροποιητικού προγράμματος 1985-1988. Σ’ αυτό έγραφε: «Η δημόσια κριτική του σταθεροποιητικού προγράμματος είχε ως κύριο άξονα την έλλειψη ή τη μη εφαρμογή αναπτυξιακών μέτρων… Εμεινε η εντύπωση -πιστεύω λανθασμένη- ότι θα έπρεπε να γίνει «κάτι άλλο» για την ανάπτυξη. Χρησιμοποιείται ο όρος «κάτι άλλο» γιατί το περιεχόμενο της επιθυμητής αναπτυξιακής πολιτικής δεν μπόρεσε ποτέ να συγκεκριμενοποιηθεί απ’ όσους ασκούσαν κριτική». (Θυμίζει κάτι αυτό;)

Αστοιχείωτα συμπεράσματα

«Στη διάρκεια της εκπόνησης του σταθεροποιητικού προγράμματος», συνέχισε ο κ. Σημίτης, «υπήρξαν σοβαρές διαφωνίες σε ενδοκυβερνητικό επίπεδο. Η μία κατηγορία αντιρρήσεων αφορούσε την αποτελεσματικότητά του. Το πιο συνηθισμένο επιχείρημα ήταν ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα… θα έχει ως συνέπεια την κατακόρυφη πτώση της ζήτησης, εκτεταμένη κρίση και ανεργία (Σ. Σ.: αυτό και αν θυμίζει…) Η εξέλιξη έδειξε ότι οι φόβοι αυτοί ήταν αδικαιολόγητοι…»

Τα αστοιχείωτα συμπεράσματα πολιτικών, δημοσιογράφων και ΠΑΣΟΚων ήταν ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό με τη σημερινή κατάσταση. Εγραφε το 1989 ο κ. Σημίτης: ««Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα απέτυχε» ήταν η διαπίστωση του Τύπου, των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των στελεχών του ΠΑΣΟΚ που εναντιωνόταν τη σταθεροποιητική πολιτική. Αρνητική διάθεση, ανυπομονησία και προπαντός άγνοια καθόριζαν αυτή τη στάση. Αγνοια ότι τα αποτελέσματα μιας πολιτικής που θέλει να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες αργούν να φανούν… Ακόμη και μέλη της κυβέρνησης και της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ εκδήλωναν ανοιχτά την αντίθεσή τους και συμμετείχαν σε προσπάθειες και κινητοποιήσεις για την ανατροπή της πολιτικής…».

Υπήρχαν, βέβαια, βραχυχρόνια φαινόμενα που έκαναν αυτά τα συμπεράσματα να μοιάζουν εύλογα: «Η αναγγελία του σταθεροποιητικού προγράμματος είχε οδηγήσει σε φαινόμενα φυγής κεφαλαίων και φαινόμενα ανατιμήσεων καθώς και σε κλίμα γενικής αβεβαιότητας στην αγορά. Το δολάριο πουλιόταν, τέλος του 1985, στη μαύρη αγορά του Πειραιά με πριμ που έφτανε στο 20%. Η αβεβαιότητα επέδρασε αρνητικά στη βραχυχρόνια αποτελεσματικότητα του προγράμματος. Συνέτεινε κυρίως στη βραδεία πτώση του πληθωρισμού και στη διστακτική ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων… Η συνέχεια απέδειξε ότι το φαινόμενο ήταν παροδικό. Ομως αρκούσε τότε για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το πρόγραμμα δεν ήταν αποτελεσματικό».

Το απόσταγμα της εμπειρίας του κ. Σημίτη από το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1985-1987 ήταν απλό: «Οι πολιτικές που θέλουν να επηρεάσουν ουσιαστικά την πολιτική και οικονομική εξέλιξη δεν έχουν άμεσα αποτελέσματα. Απαιτούν χρόνο… Οι εκλογές έρχονται συνήθως πιο γρήγορα από τα αποτελέσματα της πολιτικής… Ο κίνδυνος να εγκαταλειφθεί η πολιτική προτού ολοκληρωθεί λόγω του πιθανού κόστους, είναι μεγάλος».

Εμειναν ημιτελή

Το πρόβλημα με τα σταθεροποιητικά προγράμματα της ελληνικής οικονομίας είναι πως πάντα έμεναν ημιτελή. Κάθε φορά που οι δείκτες «κοκκίνιζαν» φτιαχνόταν ένα πρόγραμμα με πρώτο μέτρο τον οριζόντιο περιορισμό των διαθέσιμων εισοδημάτων. Αυτό -παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα- είναι λογικό γιατί η Ελλάδα: 1) από το 1973 και μετά έχει διογκούμενο πρόβλημα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Εισάγει όλο και περισσότερα απ’ όσα εξάγει, και οι πολιτικές περιορισμού της ζήτησης λειτουργούν πυροσβεστικά, 2) οι κρατικές δαπάνες, οι οποίες σημειωτέον δεν είναι υψηλότερες στον δυτικό κόσμο, είναι αντιπαραγωγικές. Δαπανούμε πολλά για τη συντήρηση άχρηστων θέσεων εργασίας στο Δημόσιο και όχι σε παραγωγικές υποδομές. Για παράδειγμα: ενώ έχουμε το χαμηλότερο ποσοστό δαπανών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχουμε τους περισσότερους κατ’ αναλογία δασκάλους και καθηγητές.

Οι οριζόντιες περικοπές σε συνθήκες κρίσης μπορεί βραχυπρόθεσμα να ρίχνουν τον πυρετό της οικονομίας, αλλά δεν θεραπεύουν τα γενεσιουργά αίτια της κρίσης. Το πρόβλημα με τα προηγούμενα σταθεροποιητικά προγράμματα είναι ότι μόλις εξέλιπαν τα συμπτώματα της κρίσης, εγκαταλειπόταν η θεραπεία. Δομικά προβλήματα της οικονομίας (ΔΕΚΟ, κλειστά επαγγέλματα κ. λπ.) έμεναν ανέγγιχτα δημιουργώντας τις συνθήκες της επόμενης κρίσης.

Ηταν προφητικός ο κ. Γιάννης Βούλγαρης όταν το 2003 έγραφε: «Η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να περάσει από το hardware εκσυγχρονισμό της ΟΝΕ σε ένα software εκσυγχρονισμό. Από την επίτευξη των «χονδροειδών» δεικτών προσαρμογής στην ανάγκη διάχυτων λειτουργικών και θεσμικών αλλαγών που θα μεταβάλουν τις συνήθειες μεγάλων στρωμάτων της διοίκησης και της κοινωνίας… Η Ελλάδα πέτυχε τον στόχο της ΟΝΕ υποβαλλόμενη σε ένα κλίμα δημοσιονομικής πειθαρχίας χωρίς ιδιαίτερες εισοδηματικές θυσίες για την πλειονότητα των μισθωτών, χωρίς όμως επίσης τις ουσιαστικές ρυθμίσεις στους τομείς εκείνους που θα ενίσχυαν τη συνολική αποδοτικότητα του παραγωγικού συστήματος και θα αναβάθμιζαν την ποιότητα της καθημερινής ζωής… Ο στόχος λοιπόν επιτεύχθηκε, έμεινε όμως ένα σημαντικό αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό έλλειμμα».

Διαβάστε

– Νίκος Γκαργκάνας, Τάκης Θωμόπουλος, Κώστας Σημίτης, Γιάννης Σπράος, «Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης», εκδ. «Γνώση» 1989

– Γιάννης Βούλγαρης, «Η πρόκληση της ηγεμονίας», εκδ. Πόλις 2003

– Χρυσάφης Ιορδάνογλου, «Η Ελληνική Οικονομία στη Μακρά Διάρκεια» 1954-2005», εκδ. Πόλις 2008

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 9 Ιανουαρίου 2011
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_09/01/2011_428101

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.